Κράτα τη βροχή στα χέρια σου.
Αλυσοδεμένος από τις ερινύες που σε τίπτουν.
Σηκώνεις το ψωμί και το κόβεις σε σωματίδια μίσους.
Πολλαπλασιάζεις την παραφωνία,
υποθέτεις τη ρουτίνα του ξενώνα,
τη φυλάκιση όσων δεν θέλουν να ακούσουν,
γίνεσαι ένας ζητιάνος του φόβου.
Μια σταγόνα ομίχλης που πέφτει
με βήματα λήθης.

Και πίσω από τον τοίχο, εγώ,
αναισθητοποιημένος, τυφλός.
Και αυτή η ελευθερία είναι μόνο
ένα χαρακτηριστικό του θανάτου.
Περπατώ στο μονοπάτι των πουλιών
πάνω από έναν ξαφνικά πεσμένο ουρανό.
Αισθάνομαι τον προορισμό της πτήσης.
Το δέντρο εξαφανίζεται. Το βλέμμα
περπατάει μέσα από το ναό του πάπυρου
η αλήθεια απελευθερώνει

αυτό που κανείς δεν ονειρεύεται.
Αναστενάζεις ευσεβώς στις λέξεις
στον ατελείωτο θρήνο
της σιωπηλής αγρυπνίας.
Είσαι σε ένα διαρκή πανικό
στην ασχήμια που τύφλωσε τους κρυστάλλους
και πίσω από όλα αυτά μια τρυπημένη αμφιβολία
από νυχτερινούς εκτελεστές
γίνεται ένα άσκοπο αίνιγμα.

Βήματα Λήθης…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.